80. «Avea muşiteatsă Sărună atumtsina…» – Ο παππούς Τζιώγκας στη Θεσσαλονίκη

Ηχογράφηση με τη μητέρα μου, Μαρία Λέντζιου Σίββα (Νέα Ευκαρπία, 16 Μάρτη 2022). Ihuγrafişi̯ cu dada, Maria Lendziou Sivva (Limbet, la 16 di Marts 2022). Η μητέρα μου αφηγείται αναμνήσεις από μία επίσκεψη του παππού της στη Θεσσαλονίκη τα χρόνια που σπούδαζε στην Οικοκυρική (άνοιξη του 1957, συγκεκριμένα). Ο παππούς της Τζιώγκας την επισκέφτηκε από το Δρυμό. Μια μέρα ξεκίνησαν για το ΑΧΕΠΑ για να δει ο παππούς της ένα φίλο του που νοσηλευόταν εκεί. «…că aclo amu̯ unu̯ sotsu̯, tsi iasti lîndzitu̯.. (…επειδή εκεί έχω ένα φίλο, που είναι άρρωστος…). Καθώς περνούσαν από το (παλιό) γήπεδο του ΠΑΟΚ, ο ΠΑΟΚ σκόραρε και κάποιοι φίλαθλοι αφιερώναν το γκολ στον παππού Τζιώγκα. «Aclo iu imnam si avde ună vui ‘Gooool’. Si adjuca PAOKlu ala nu ştiu cu cari umaδă. Aclo iara γipiδlu prota di PAOK.» (Εκεί που περπατούσαμε ακούγεται μια βοή ‘Γκοοολ’. Έπαιζε ο ΠΑΟΚ αλλά δεν ξέρω με ποιά ομάδα. Εκεί ήταν το γήπεδο πρώτα του ΠΑΟΚ).

Η μητέρα μου θυμάται και πώς ήταν η περιοχή τότε, πριν χτιστούν τα περισσότερα κτίρια του Αριστοτελείου: κάμποι, με πρόβατα που βόσκανε και με πλανόδιους μανάβηδες. Εκεί κοντά η μητέρα μου θυμάται ότι υπήρχαν ακόμη αρκετές κατοικίες όπου διέμεναν Μικρασιάτες πρόσφυγες (περιοχή Αγίας Φωτεινής, μένανε και συμμαθήτριες της εκεί). «Avea muşiteatsă Sărună atumtsina…» (Είχε ομορφιά η Θεσσαλονίκη τότε). Από το 04.24 υπάρχει μια επιπλέον σημείωση με πληροφορίες για το φίλο του παππού Τζιώγκα (είχε κατάστημα με χάλκινα είδη στο σοκάκι δίπλα στην Παναγία Χαλκέων, ήταν πιθανόν Μικρασιάτης που διέμενε στην Άνω Πόλη).

Sărună / Θεσσαλονίκη, Apriĺu̯ 2021. Από το προσωπικό μου αρχείο.

79. «Nuntru n casa tsi criştiamu̯ zburamu̯ maşi̯ Armîneşti…» – Ποιές γλώσσες μάθαμε παιδιά

Ηχογράφηση με τη μητέρα μου, Μαρία Λέντζιου Σίββα (Νέα Ευκαρπία, 21 Φλεβάρη 2022). Ihuγrafişi̯ cu dada, Maria Lendziou Sivva (Limbet, la 21 di Şcurt 2022). Η μητέρα μου μιλάει για το ποιές γλώσσες μάθανε παιδιά πρώτα. «Nuntru n casa tsi criştiamu̯ zburamu̯ maşi̯ Armîneşti…» (Μέσα στο σπίτι που μεγαλώσαμε μιλούσαμε μόνο Βλάχικα). Παρόλο που μεγάλωσαν σε ελληνόφωνο χωριό, το Δρυμό, η πρώτη γλώσσα που έμαθαν ήταν τα Βλάχικα. Στο σπίτι μεταξύ τους, και με τους συγγενείς σε άλλα χωριά, μιλούσαν μόνο Βλάχικα. «Armîneşti ma zburamu̯ cătse aviamu şi paplu cu baba. Ca cumu̯ ĺi̯ avdzamu̯ eĺi̯ zbura, ahurhimu̯ şi noi di li̯ nvitsămu̯ peanarga-anarga Armîneştili.» (Βλάχικα πιο [περισσότερο] μιλούσαμε γιατί είχαμε και τον παππού με τη γιαγιά. Καθώς/όπως τους ακούγαμε αυτούς να μιλούν, αρχίσαμε κι εμείς να τα μαθαίνουμε σιγά-σιγά τα Βλάχικα). Μετά, καθώς άρχισαν να παίζουν με τα παιδιά της γειτονιάς, έμαθαν Ελληνικά, και πιο συγκεκριμένα το ιδιαίτερο ελληνικό ιδίωμα του Δρυμού. Την επίσημη κοινή νεοελληνική την έμαθαν αργότερα, όπως και τα άλλα παιδιά του χωριού.

Μεγάλα Λιβάδια, στις Πέντε Βρύσες. Οι γονείς μου κατά την επίσκεψή μας με τον παππού μου το Σεπτέμβριο του 2005. Από το προσωπικό μου αρχείο.

78. «Lu aveamu̯ ca oδiγo. Nă dutsea, nă alăşa, şi s’ tărna năpoi…» – Μεγαλώνοντας με τον Νταγιάν

Ηχογράφηση με τη μητέρα μου, Μαρία Λέντζιου Σίββα (Νέα Ευκαρπία, 17 Φλεβάρη 2022). Ihuγrafişi̯ cu dada, Maria Lendziou Sivva (Limbet, la 17 di Şcurt 2022). Η μητέρα μου διηγείται πώς άφησε εμένα και τα αδέρφια μου να μεγαλώσουμε με πολλά ζώα και μέσα στη φύση στη Νέα Ευκαρπία. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στα σκυλιά μας: τη Σούομι, και το τσομπανόσκυλο Νταγιάν. Τον Νταγιάν τον πήραμε κουτάβι από το Δρυμό, από τη βλάχικη οικογένεια Μπουγιουκλή που είχαν πρόβατα και τσομπανόσκυλα. «Anda neasemu̯ Drimila, vidzură cîńiĺi aclo iu avea, la mana, şi vrea şi eĺi̯ unu̯ cîne.» (Όταν πήγαμε στο Δρυμό, είδανε τα σκυλιά εκεί που είχε, στη μάνα, και θέλανε και αυτοί ένα σκυλί).

Ο Νταγιάν όταν μεγάλωσε μας ακολουθούσε παντού. «Tsi cîne bunu̯ iara. Ca cumu̯ vegĺă cupiiĺi, atseĺńi buńiĺi, aşi vigĺa şi elu̯ taifa amea…» (Τί σκύλος καλός ήταν. Όπως φυλάνε τα κοπάδια, εκείνα τα καλά σκυλιά, έτσι φύλαγε κι αυτός την οικογένεια μου). Εμένα με άφηνε το πρωί στο σχολείο, μετά έφευγε να κάνει τα κουμάντα του, και επέστρεφε πριν το τελευταίο κουδούνι για να με πάει σπίτι. «Lu aveamu̯ ca oδiγo. Nă dutsea, nă alăşa, şi s’ tărna năpoi.» (Τον είχαμε σαν οδηγό. Μας πήγαινε, μας άφηνε, και γυρνούσε πίσω).

77. «Cari fumeĺi iaramu̯ Δrimila Armîńi̯…» – Βλάχικες οικογένειες στο Δρυμό

Ηχογράφηση με τη μητέρα μου, Μαρία Λέντζιου Σίββα (Νέα Ευκαρπία, 17 Φλεβάρη 2022). Ihuγrafişi̯ cu dada, Maria Lendziou Sivva (Limbet, la 17 di Şcurt 2022). Η μητέρα μου παρουσιάζει τις λιγοστές οικογένειες Βλάχων Μεγαλολιβαδιωτών που εγκαταστάθηκαν μόνιμα στο Δρυμό, το χειμαδιό τους.

Βλάχοι του Δρυμού με συγγενείς από άλλα χωριά. Δρυμός, (πιθανότατα) 1962. Η μητέρα μου με πρώτα και δεύτερα ξαδέρφια της, όλοι με καταγωγή από τα Μεγάλα Λιβάδια. Όρθιοι από αριστερά (όνομα, συγγένεια με τη μητέρα μου, και τόπος κατοικίας τότε): (1) η μητέρα μου Μαρία Λέντζιου, Δρυμός, (2) Μαρίκα Λυσίτσα, 1η ξαδέρφη, Λάκκα Γιαννιτσών, (3) Αριστείδης Λέντζιος, 1ος ξάδερφος, Δρυμός (γιος του afendi mari, όπως αναφέρεται στην ηχογράφηση), (4) Ζωή Λέντζιου (φωτογραφία της και στην ηχογράφηση 69), 2η ξαδέρφη (εγγονή του παππού Φώτη Λέντζιου), Αραβησσός, (5) Κώστας Κωστίκας, 1ος ξάδερφος, Αχλαδοχώρι, (6) Χρυσούλα Φαρίνη, 2η ξαδέρφη, Πέντε Βρύσες, (7) Ουρανία Τζήκα, 2η ξαδέρφη, Πετρωτό Θεσσαλονίκης, (8) Αναστάσιος Λέντζιος, 2ος ξάδερφος (εγγονός του παππού Φώτη Λέντζιου), Αραβησσός. Καθιστοί από αριστερά: (9) Δέσποινα (Peptşa) Κωστίκα, 1η ξαδέρφη, Αχλαδοχώρι, (10) Κώστας Πορπόρης, ανηψιός της dada marea στο Δρυμό – ο πατέρας του ήταν ο νουνός της μητέρας μου, Παλαιόκαστρο, και (11) Μαριγούλα Τζήκα, 2η ξαδέρφη, Πετρωτό Θεσσαλονίκης. Η τοποθεσία όπου ελήφθη η φωτογραφία είναι το Ψηλό τ’αλώνι στο Δρυμό, την ημέρα του γάμου της Κυράτσας Λέντζιου, 1ης ξαδέρφης της μητέρας μου. Από το φωτογραφικό αρχείο της μητέρας μου, Μαρία Λέντζιου Σίββα.

76. «Afu tsinamu̯, paplu va nă fătsea hasca…» – Η περίοδος του Τριωδίου

Ηχογράφηση με τη μητέρα μου, Μαρία Λέντζιου Σίββα (Νέα Ευκαρπία, 17 Φλεβάρη 2022). Ihuγrafişi̯ cu dada, Maria Lendziou Sivva (Limbet, la 17 di Şcurt 2022). Η μητέρα μου αφηγείται τις παραδόσεις του Τριωδίου όταν ήταν μικρή στο Δρυμό. Mια σειρά από έθιμα που σχετίζονταν με τους λίγους Βλάχους εκεί και με τους ντόπιους κατά το Ψυχοσάββατο, την Κυριακή της Τυρινής, την Καθαρά Δευτέρα, το τριήμερο, τη νηστεία μέχρι το Πάσχα. Ma ńitsĺi fătsea mităńi̯ la ma mărĺi (Οι πιο μικροί κάνανε μετάνοιες στους πιο μεγάλους). Οι ευχές την ώρα των μετανοιών όταν δίναν τα πορτοκάλια ήταν Ĺirtati, şi Preasiń cu sănătati (Συγχωρεμένα, και Σαρακοστή με υγεία).

1981 ή 1982, Δρυμός. Το έθιμο της χάσκας. Ο παππούς μου Μιχάλης Λέντζιος, η γιαγιά μου Πολυξένη Γεροκώστα Λέντζιου, και η μητέρα μου Μαρία Λέντζιου Σίββα, με τα εγγόνια-παιδιά-ανήψια. Από το φωτογραφικό αρχείο της μητέρας μου.

75. «Tora gărdina nă cĺamă.» – Τα πρώτα άνθη στον κήπο

Ηχογράφηση με τη μητέρα μου, Μαρία Λέντζιου Σίββα (Νέα Ευκαρπία, 21 Φλεβάρη 2022). Ihuγrafişi̯ cu dada, Maria Lendziou Sivva (Limbet, la 21 di Şcurt 2022). Η μητέρα μου περιφράφει σύντομα την κατάσταση στον κήπο τώρα, με τα πρώτα πρόωρα σήματα της άνοιξης και τα πρώτα λουλούδια που ανοίγουν – μαζί και τα αγριολούλουδα από τους σπόρους που φέραμε από γειτονικά χωράφια. Tora peanarga-anarga, va nă alasă iarna şi va si intrem tu primveara. Tora gărdina nă cĺamă. (Τώρα σιγά-σιγά, θα μας αφήσει ο χειμώνας και θα μπούμε στην άνοιξη. Τώρα ο κήπος μας καλεί/μας προσκαλεί).

Şcurtu̯ /Φεβρουάριος 2022

74. «Baba, nu ti stinahurisea, aua escu, işii nafuară!…» – Ο μεγάλος σεισμός του 1978

Ηχογράφηση με τη μητέρα μου, Μαρία Λέντζιου Σίββα (Νέα Ευκαρπία, 9 Φλεβάρη 2022). Ihuγrafişi̯ cu dada, Maria Lendziou Sivva (Limbet, la 9 di Şcurt 2022). Σε συνέχεια της ηχογράφησης 73, η μητέρα μου αφηγείται τις στιγμές όταν χτυπησε ο μεγάλος σεισμός της Θεσσαλονίκης στις 20 Ιουνίου 1978, στις 23:03, με επίκεντρο ανάμεσα στις λίμνες Κορώνεια και Βόλβη. Η οικογένεια μας βρισκόταν στο πατρικό στο Δρυμό, στους παππούδες μου, εκείνη τη στιγμή. Μετά από το σεισμό, το πατρικό στο Δρυμό δεν μπορούσε πλέον να χρησιμοποιηθεί – κρίθηκε κατεδαφιστέο όπως και άλλα σπίτια στον ίδιο δρόμο. Για ένα διάστημα, οι συγγενείς μας στο Δρυμό βολεύονταν στον σταύλο της κατοικίας, που ήταν ασφαλής. «La γingits di mesu̯… tu unu̯ ńiĺi nau suti şaptidzătsi optu, si featse atselu̯ marili sizmo…» (Στις είκοσι του μήνα… το χίλια εννιακόσια εβδομήντα οχτώ, έγινε εκείνος ο μεγάλος σεισμός…). Ο τίτλος είναι απόσπασμα από την αφήγηση, όταν ο παππούς μου φώναζε τη μικρή του κόρη Στέλλα γιατί νόμιζε οτι είχε παγιδευτεί, και αυτή του απάντησε. «Baba, nu ti stinahurisea, aua escu, işii nafuară!…» (Μπαμπά, μή στεναχωριέσαι, εδώ είμαι, βγήκα έξω!…).

1954, στην εσωτερική αυλή του πατρικού στο Δρυμό, μετά από παρέλαση. Δεξιά, η μητέρα μου Μαρία Λέντζιου φορά την παραδοσιακή νυφική στολή της μητέρας της. Δεξιά της ο αδερφός της Σωκράτης Λέντζιος και η αδερφή της Κούλα Λέντζιου. Δεξιά η είσοδος στο χαγιάτι. Αριστερά, καλυμμένο με κουβέρτα το παράθυρο από το δωματιάκι όπου κοιμόμουν την ώρα του σεισμού το 1978, όπου και έτρεξε η μητέρα μου για να με βγάλει έξω. Από το αρχείο της μητέρας μου.

73. «Iara ună casă multu muşată…» – Το παλιό πατρικό στο Δρυμό

Ηχογράφηση με τη μητέρα μου, Μαρία Λέντζιου Σίββα (Νέα Ευκαρπία, 9 Φλεβάρη 2022). Ihuγrafişi̯ cu dada, Maria Lendziou Sivva (Limbet, la 9 di Şcurt 2022). Η μητέρα μου περιγράφει με νοσταλγία το παλιό πατρικό σπίτι στο Δρυμό, όλα τα δωμάτια και τους αποθηκευτικούς χώρους με τις προμήθειες του χειμώνα, την αυλή, τα λουλούδια, το τραπέζι όπου βάζανε τον καφέ και τη ρακή όταν γυρνούσαν από τη μάντρα ο παππούς και ο πατέρας της. Αφηγείται ιστορίες της οικογένειας, από τα παιδικά χρόνια της μητέρας μου μέχρι και την μετακόμιση στο καινούργιο σπίτι, λίγο έξω από το χωριό, μετά το σεισμό του 1978, την απώλεια πρώτα της γιαγιάς μου Πολυξένη Γεροκώστα Λέντζιου, το 2000, και πιο μετά του παππού μου Μιχάλη Λέντζιου, το 2012, και τη φροντίδα που τους έδωσαν τα παιδιά και ιδιαίτερα η θεία μου Στέλλα Λέντζιου Πολύζου, που έμενε κοντά στον παππού μου τα τελευταία του χρόνια. [13.15-13.54]: «Cara muri mana, το 2000, babaca armasi singuru̯. Ala i̯a, că avea nicukiru̯ di Δrimila, unu̯ multu̯ bunu̯ ftsioru̯, i̯a armînea Δrimila […] i̯a lu mutri babaca multsî̯ ańi̯, treispră di ańi̯ […] lu mutri, ca arhundă iara şi ca arhundă muri…» (Σαν πέθανε η μάνα, το 2000, ο μπαμπάς έμεινε μόνος. Αλλά αυτή, επειδή είχε σύζυγο από το Δρυμό, ένα πολύ καλό παιδί, αυτή έμενε στο Δρυμό […] αυτή τον κοίταξε/φρόντισε τον μπαμπά πολλά χρόνια, δεκατρία χρόνια […] τον φρόντισε, σαν άρχοντας ήταν και σαν άρχοντας πέθανε).

Πίσω στο παλιό πατρικό, αφηγείται μια ιστορία για το τσομπανόσκυλο τους, το Νταγιάν. Όταν ο παππούς μου πούλησε τα λίγα πρόβατα που κρατούσαν στο χαγιάτι, στο πατρικό, σε κάποιον στην Αυγή, πέρα από το Λαγκαδά, η οικογένεια έδωσε και τον Νταγιάν. Αλλά του Νταγιάν δεν του άρεσε εκεί. Vrea casa, tsi aclo durńa şi aclo apirea… (Ήθελε το σπίτι, που εκεί κοιμόταν κι εκεί ξημέρωνε). Ο σκύλος ‘παρέδωσε’ τα πρόβατα στην Αυγή, αλλά κατάλαβε οτι δεν θα επέστρεφαν. Οπότε έφυγε μόνος του και επέστρεψε στο πατρικό. Έτσι ένα πρωί τον είδαν ξαφνικά πάλι στην αυλή τους. Cînili aclo pi scări tu trita scala… aclo s’adna… (Ο σκύλος εκεί στη σκάλα στο τρίτο σκαλοπάτι… εκεί μαζευόταν…) Συγκινηθήκανε και κλάψανε (plîmsimu̯). Cum vini aestu cînili di ahîtî̯ hiĺometri năpoi… (Πώς ήρθε αυτό το σκυλί από τόσα χιλιόμετρα πίσω…). (Με την επιστροφή του τον κρατήσανε, αν και ο Νταγιάν δεν άντεξε πολύ χωρίς τα πρόβατα.)

Στην εσωτερική αυλή του παλιού πατρικού στο Δρυμό, πιθανότατα το 1977. Η γιαγιά μου Πολυξένη Λέντζιου με τις τρεις κόρες της και το τρίτο της εγγόνι. Καθιστή δίπλα της η μεγάλη της κόρη, και μητέρα μου, Μαρία Λέντζιου Σίββα με εμένα μπροστά. Όρθιες, αριστερά η Στέλλα Λέντζιου, δεξιά η Κούλα Λέντζιου. Ψηλά στα σκαλιά, η κεντρική είσοδος. Αριστερά της εισόδου ήταν το σαλόνι (διακρίνονται εδώ το πρώτο παράθυρο και η αρχή του δεύτερου), Πιο πέρα, αριστερά του σαλονιού, ήταν το δωμάτιο των γονιών της μητέρας μου (δεν φαίνεται στη φωτό). Δεξιά της κεντρικής εισόδου, υπήρχαν τρία δωμάτια: των παιδιών, των παππούδων, και το casa marea (δηλαδή το δωμάτιο όπου αποθηκεύονταν τρόφιμα και όπου υπήρχε το stoɡu̯, μια στοίβα από χειροποίητες βελέντζες και κουβέρτες, καθώς δεν υπήρχαν τότε ντουλάπες για αποθήκευση). Εδώ διακρίνονται τα δυο παράθυρα του πρώτου δωματίου, των παιδιών. Ο Νταγιάν, το σκυλί στην αφήγηση, ξεκουραζόταν στο τρίτο σκαλοπάτι από κάτω, γιατί ήταν γωνιακό και πιο φαρδύ. Από το φωτογραφικό αρχείο της μητέρας μου.

72. «Ĺi adramu̯ cu praşi̯…» – Πώς μαγειρεύαμε τα ψάρια

Ηχογράφηση με τη μητέρα μου, Μαρία Λέντζιου Σίββα (Νέα Ευκαρπία, 8 Φλεβάρη 2022). Ihuγrafişi̯ cu dada, Maria Lendziou Sivva (Limbet, la 8 di Şcurt 2022). Σε συνέχεια της ηχογράφησης 71, εδώ η μητέρα μου αφηγείται πώς μαγείρευε τα ψάρια της λίμνης η γιαγιά μου. Συγκεκριμένα το γριβάδι (crapu̯=γριβάδι, craplu=το γριβάδι, crapuri̯=γριβάδια), τα τσιρώνια (tsirońi), και τις πεταλούδες (pitaluδi). Η κατανάλωση γριβαδιού γινόταν και σε μέρες γιορτής και νηστείας. …Νu putiam s’mîcamu̯ ni carne ni caş ni tsiva... (Δε μπορούσαμε να φάμε ούτε κρέας, ούτε τυρί, ούτε τίποτα). Iara mîcari bună tsi u mîcamu̯ ti Vagelizmo ma multu, ti Vaion, tu (ti) Sotira. (Ήταν φαγητό καλό που το τρώγαμε του Ευαγγελισμού πιο πολύ, των Βαΐων, του Σωτήρα). Υπήρχαν διάφορες συνταγές αλλά τα τσιρώνια και τα γριβάδια μαγειρεύονταν πολύ με πράσο στο Δρυμό.

71. Peştsî dit baltă (Ψάρια λιμνίσια)

Ηχογράφηση με τη μητέρα μου, Μαρία Λέντζιου Σίββα (Νέα Ευκαρπία, 8 Φλεβάρη 2022). Ihuγrafisi̯ cu dada, Maria Lendziou Sivva (Limbet, la 8 di Şcurt 2022). Η μητέρα μου εστιάζει σε ένα θέμα που ανέφερε στην ηχογράφηση 70, δηλαδή τη σημαντική θέση που είχε στη διατροφή της οικογένειας η κατανάλωση ψαριού από τη γειτονική Βόλβη, όταν ήταν μικρή στο Δρυμό. Ζώντας πλέον σε ένα χωριό σχετικά κοντά στη λίμνη (baltă), το λιμνίσιο ψάρι απέκτησε σημαντική θέση στο τραπέζι και συνδέθηκε και με γιορτές. Συγκεκριμένα η οικογένεια κατανάλωνε το γριβάδι/crapu̯ (Cyprinus carpio), την πεταλούδα (Carassius gibelio), και το τσιρώνι (Rutilus rutilus), παρά τα αγκάθια τους (skinu̯=αγκάθι). Aviamu̯ unu̯ piscaru̯ di Aivati̯ tsi γińea caθe Martsă, Djoiă, Sîmbătă, adutsia peştsî di Volvi…Iĺi̯ luamu̯ peştsîĺi, cătse nă arişa… (Είχαμε έναν ψαρά από τη Λητή/Αειβάτι που ερχόταν κάθε Τρίτη, Πέμπτη και Σάββατο, έφερνε ψάρια από τη Βόλβη… Τα παίρναμε τα ψάρια, γιατί μας άρεζαν). Σύμφωνα με τη μητέρα μου, ο ψαράς από το Αειβάτι (Λητή) λεγόταν Νέστορας. Είχε τη χαρακτηριστική προφορά που είχαν οι κάτοικοι της Λητής, μιας και στο Αειβάτι μιλούσαν εκτός από τα Ελληνικά και τη δική τους Σλαβική γλώσσα. Ο Νέστορας παντρεύτηκε αργότερα Δρυμιώτισσα ‘εντόπια’ (Γραικιά). Χρήσιμα ρήματα που χρησιμοποιούνται στο πρώτο λεπτό της ηχογράφησης: zburăscu (μιλώ, 4η συζυγία), adaru̯ (κάνω, 1η συζυγία), aducu̯ (φέρνω, 3η συζυγία), amu̯ (έχω, 2η συζυγία-βοηθητικό), γinu̯ (έρχομαι, 4η συζυγία), ĺa (παίρνω, 1η συζυγία), arisescu (αρέσω, 4η συζυγία), mîcu̯ (τρώω, 1η συζυγία).

Στη λίμνη Βόλβη, Αύγουστος 2020. Από το προσωπικό μου αρχείο.